ἀπηνής

ἀπηνής, -ές
Grammatical information: adj.
Meaning: `unfriendly, hard' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Formation like πρᾱνής (πρηνής) and προσηνής (προσᾱνής), from ἀπό (πρό, πρός) with unknown element. Benfey Or. u. Occ. 1, 193 and others assumed (s. Kretschmer Glotta 22, 246f.) *ἦνος n. `face' (but Skt. *ānas- does not exist; ā́nana- n. `mouth' is of uncertain interpretation). Blanc CEG 1 connects ἀναίνομαι; doubtful.
Page in Frisk: 1,121

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀπηνής — ungentle masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απηνής — ές (AM ἀπηνής) σκληρός, αμείλικτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο συσχετισμός του τ. με μια σειρά συνθέτων σε ηνής (πρβλ. πρανής κ. πρηνής, προσηνής, σαφηνής) δικαιολογεί ως α συνθετ. το από, δεν ορίζει όμως με βεβαιότητα το β συνθετικό η σύνδεση… …   Dictionary of Greek

  • ἀπήνης — ἀπήνη four wheeled wagon fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνῆ — ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀπηνής ungentle masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀπηνής ungentle masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνέστερον — ἀπηνής ungentle adverbial comp ἀπηνής ungentle masc acc comp sg ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεστάτων — ἀπηνής ungentle fem gen superl pl ἀπηνής ungentle masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεστέρων — ἀπηνής ungentle fem gen comp pl ἀπηνής ungentle masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεῖ — ἀπηνής ungentle masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀπηνής ungentle masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεῖς — ἀπηνής ungentle masc/fem acc pl ἀπηνής ungentle masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνέα — ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀπηνής ungentle masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνές — ἀπηνής ungentle masc/fem voc sg ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.